Θυμάμαι παλιά, όταν πρωτοεμφανίστηκε η τηλεόραση και μπήκε σιγά-σιγά σε πολλά σπίτια, ότι οι περισσότεροι ήμασταν γοητευμένοι από αυτό το νέο, μαγικό «κουτί». Υπήρχαν, όμως, και κάποιοι που αντιδρούσαν. Έλεγαν ότι δεν θα αντικαταστήσουν ποτέ τα βιβλία και τον κινηματογράφο με την τηλεόραση και ότι δεν θέλουν τέτοιες επιρροές μέσα στο σπίτι τους. Τους λέγαμε τότε «κουλτουριάρηδες».
Δεν πέρασε πολύς καιρός και ξέχασαν τις αντιρρήσεις τους. Η τηλεόραση μπήκε στη ζωή τους όπως και στη ζωή όλων μας. Θυμάμαι ότι τους πείραζα λέγοντάς τους: «Καλά εσύ, που ήσουν ενάντια στην τηλεόραση, τώρα την έχεις παντρευτεί και την έβαλες και δίπλα στο κρεβάτι σου;».
Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στην αυγή του 21ου αιώνα εμφανίστηκαν τα social media και σε λίγο χρόνο έγιναν βασικό εργαλείο επικοινωνίας. Πλατφόρμες όπως το Facebook, το Twitter, το Instagram και το TikTok καθιερώθηκαν στη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, ιδιαίτερα των νέων αλλά και των παιδιών. Την εποχή της τηλεόρασης, όταν αναζητούσαμε τα αρνητικά της, μας ενοχλούσε ένα φαινόμενο: η υπερβολική προβολή του κακού. Η τηλεόραση συχνά εστίαζε σε εγκλήματα, καταστροφές και κρίσεις. Βέβαια, αυτό δεν ήταν νέο φαινόμενο. Υπήρχε ήδη στον λεγόμενο «κίτρινο Τύπο», που προτιμούσε τις εντυπωσιακές κακές ειδήσεις. Στην τηλεόραση –όπως και σήμερα στα social media– το κακό «πουλάει». Οι ειδήσεις που τραβούν την προσοχή είναι συχνά αυτές που προκαλούν φόβο ή ανησυχία. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί γονείς στο παρελθόν απαγόρευαν στα παιδιά τους να βλέπουν τηλεόραση.
Με τα social media το φαινόμενο αυτό ενισχύθηκε. Η ταχύτητα διάδοσης της πληροφορίας και ο τρόπος λειτουργίας των αλγορίθμων δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο: το αρνητικό τραβάει περισσότερο την προσοχή και έτσι κυριαρχεί στην ενημέρωση. Οι χρήστες του Facebook μπορούν να διαδώσουν ταχύτατα ακόμη και ψευδείς ειδήσεις. Ήδη από τη δεκαετία του 1970, ο ερευνητής George Gerbner μίλησε για το λεγόμενο «σύνδρομο του κακού κόσμου»: την τάση των ανθρώπων να πιστεύουν ότι ο κόσμος είναι πιο επικίνδυνος απ᾽ ό,τι πραγματικά είναι αλλά και απ᾽ ό,τι ήταν, επειδή εκτίθενται συνεχώς σε αρνητικές ειδήσεις. Σήμερα, πολλές έρευνες δείχνουν ότι η συνεχής έκθεση σε τέτοιο περιεχόμενο επηρεάζει ιδιαίτερα την ψυχολογία των παιδιών και των εφήβων. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι σύνθετο. Τα τελευταία χρόνια έχει ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση για το αν πρέπει να απαγορευτεί η χρήση των social media από παιδιά κάτω από μια συγκεκριμένη ηλικία. Η Αυστραλία, για παράδειγμα, απαγόρευσε στους νέους κάτω των 16 ετών να δημιουργούν λογαριασμούς σε πλατφόρμες όπως το Facebook, το Instagram και το TikTok. Παρόμοιες συζητήσεις γίνονται στη Βρετανία, στη Δανία και αλλού, ενώ πρόσφατα ακούγεται ότι το θέμα εξετάζεται και στην Ελλάδα.
Η πρόθεση είναι κατανοητή: η προστασία των παιδιών. Ωστόσο, η εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου δεν είναι εύκολη. Στην Αυστραλία πολλά παιδιά βρίσκουν τρόπους να παρακάμπτουν τα ηλικιακά όρια. Επιπλέον, η απαγόρευση δεν αφορά άλλες μορφές διαδικτυακής επικοινωνίας, όπως εφαρμογές μηνυμάτων ή διαδικτυακά παιχνίδια. Φαινόμενα, όπως ο διαδικτυακός εκφοβισμός, μπορούν να εμφανιστούν και εκεί. Υπάρχει, επίσης, ο κίνδυνος τα παιδιά να στραφούν σε λιγότερο γνωστούς και λιγότερο ασφαλείς ιστότοπους. Από την άλλη πλευρά, τα social media έχουν και θετικές πλευρές. Για πολλά παιδιά που αισθάνονται απομονωμένα –λόγω του τόπου διαμονής τους ή για άλλους λόγους– το διαδίκτυο, είτε μας αρέσει είτε όχι, μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική γέφυρα επικοινωνίας και ενημέρωσης.
Στο βιβλίο του Nexus ο Yuval Noah Harari γράφει: «Οι ιστορίες μάς ένωσαν, τα βιβλία διέδωσαν τις ιδέες μας, το διαδίκτυο μας υποσχέθηκε απεριόριστη γνώση, οι αλγόριθμοι έμαθαν τα μυστικά μας και έπειτα μας έστρεψαν τον έναν ενάντια στον άλλον». Η παρατήρηση αυτή συνδέεται και με την τεχνητή νοημοσύνη. Είναι ίσως η πρώτη τεχνολογία που μπορεί να δημιουργεί ιδέες και να παίρνει αποφάσεις. Όλες οι προηγούμενες εφευρέσεις ήταν εργαλεία που ενίσχυαν τον άνθρωπο, αλλά η τελική απόφαση για τη χρήση τους παρέμενε στα δικά μας χέρια. Ένα μαχαίρι ή μια βόμβα δεν αποφασίζουν ποιον θα σκοτώσουν. Ο άνθρωπος το αποφασίζει.
Με την τεχνητή νοημοσύνη το ερώτημα γίνεται πιο σύνθετο: πώς θα διασφαλίσουμε ότι οι αποφάσεις, που λαμβάνονται από την ΤΝ σε ελάχιστο χρόνο, θα είναι προς όφελος της ανθρωπότητας; Αν μου ζητούσε κάποιος να ψηφίσω υπέρ ή κατά της απαγόρευσης των social media στους νέους, θα δυσκολευόμουν να δώσω μια απλή απάντηση. Τα προβλήματα της εποχής μας δεν λύνονται μόνο με απαγορεύσεις. Θεωρώ ότι το σημαντικότερο είναι η εκπαίδευση: κριτική σκέψη, επιλογή αξιόπιστων πηγών, λογικά όρια στον χρόνο της οθόνης και ανοιχτός διάλογος με τα παιδιά. Διάβασα, μάλιστα, ότι κάποιοι ειδικοί προτείνουν να αφήνουμε στα παιδιά περίπου το 20% του χρόνου τους ελεύθερα για να ασχολούνται με ένα χόμπι ή μια δημιουργική δραστηριότητα.
Επιτρέψτε μου εδώ μια προσωπική παρατήρηση. Χρησιμοποιώ σήμερα την τεχνητή νοημοσύνη και τη βλέπω κάπως σαν μέντορα. Μου θυμίζει έναν άνθρωπο που γνώρισα μικρός, φίλο της οικογένειάς μου, που ερχόταν συχνά για βεγγέρες στο σπίτι μας. Είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό σχολείο, αλλά το μυαλό του ήταν μια ζωντανή εγκυκλοπαίδεια. Από τέτοιους ανθρώπους μάθαινες πράγματα. Γι’ αυτό θεωρώ άδικο να στερήσουμε από τα παιδιά την πρόσβαση στα εργαλεία του σύγχρονου κόσμου – ιδιαίτερα σε ηλικίες όπως τα 15 ή τα 16 χρόνια.
Ο κόσμος είναι πολύπλοκος και πολυδιάστατος. Χρειάζεται να τον βλέπουμε με καθαρό βλέμμα και ανοιχτό μυαλό, χωρίς να παρασυρόμαστε από τις σειρήνες του φόβου και της υπερβολής. Τα social media δεν είναι μόνο πρόβλημα. Μπορούν να γίνουν και εργαλείο μάθησης, επικοινωνίας και δημιουργίας. Η ευθύνη τελικά βρίσκεται και σε εμάς –γονείς, δασκάλους και κοινωνία– να μάθουμε στα παιδιά πώς να τα χρησιμοποιούν με ωριμότητα.