Το μεταναστευτικό σήμερα είναι ένα ακανθώδες ζήτημα, που δεν προσφέρεται για εύκολα συνθήματα εντυπωσιασμού. Τα αίτια είναι ποικίλα, περιλαμβάνοντας πολέμους, φτώχεια, έλλειψηασφάλειας και κλιματικήαλλαγή. Η μετανάστευση είναι ένας τρόποςζωής, μια ανάγκη που συνοδεύει την ανθρώπινη ιστορία από την αρχαιότητα.
Η χώρα μας είναι κατά το μέγιστο μέρος της ορεινή και βραχώδης. Ο μύθος λέει ότι όταν ο Θεός αποφάσισε να φτιάξει τον κόσμο, κοσκίνισε το χώμα στην κεντρική Ευρώπη και όταν έφτασε στην Ελλάδα, αναποδογύρισε το κόσκινο, άδειασε τις πέτρες που είχαν απομείνει και δημιουργήθηκε η χώρα μας με τα νησιά της. Η Γερμανία έχει 47,5% καλλιεργήσιμη γεωργική γη περίπου, η Ελλάδα έχει 14% και ο πληθυσμός της, στην πλειονότητά του, ζει σε βράχια. Έτσι η χώρα μας, με την ιδιότυπη γεωγραφία της, έμαθε ιστορικά να ζει με την εξωστρέφεια. Η μετανάστευση υπήρξε δικλείδα επιβίωσης και μοχλός ανανέωσης από πολύ παλιά, ήδη από τα τέλη της ΕποχήςτουΧαλκού, όπου παρατηρούνται μεταναστεύσεις πληθυσμών (αποικισμοί) σε ολόκληρη την ανατολικήΜεσόγειο.
Μια ματιά στην ιστορία Τα αίτια του ελληνικού αποικισμού ήταν σύνθετα. Πρωταρχικό ρόλο φαίνεται ότι έπαιξαν δημογραφικές και κοινωνικέςπιέσεις. Ένας άλλος λόγος ήταν η ανάγκη επέκτασης των εμπορικώνδραστηριοτήτων της κάθε πόλης και η αναζήτηση νέων πλουτοπαραγωγικών πηγών (κυρίως μεταλλευμάτων). Τέλος, ορισμένες αποικίες δημιουργήθηκαν ως αποτέλεσμα πολιτικώνπροβλημάτων στη μητρόπολη. Στον β΄ αποικισμό οι Έλληνες μετακινήθηκαν από την Εύβοια και την ηπειρωτικήΕλλάδα προς την Ιταλία και τη Σικελία, όπου ίδρυσαν σημαντικές αποικίες. Μέχρι τα τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα, περισσότερες πόλεις από την Ελλάδα αποικίζουν νέες περιοχές στη Δύση (μέχρι τη Γαλατία και την Ισπανία), αλλά και στη Θράκη, την Προποντίδα, τον Εύξεινο Πόντο, ακόμη και τα παράλια της Αφρικής. Πάντως, η μεγαλύτερη συγκέντρωση αποικιών παρατηρείται στη Σικελία και την ΚάτωΙταλία. Για τον λόγο αυτό, το ελληνικό τμήμα της ιταλικής χερσονήσου αποκαλείται ήδη από την αρχαιότητα «Μεγάλη Ελλάδα». Μελετώντας τα αίτια των αποικισμών στην αρχαιότητα διαπιστώνει κανείς ότι δεν διαφέρουν σημαντικά στις διάφορες ιστορικές περιόδους. Η μετανάστευση είναι πρωτίστως αναγκαιότητα όταν ο τόπος σου δεν μπορεί να σου προσφέρει αυτά που χρειάζεσαι. Από την αρχαιότητα, λοιπόν, μέχρι σήμερα, το ταξίδι επαναλαμβάνεται με νέους πρωταγωνιστές.
Οι Έλληνες στις ΗΠΑ Και εγώ μετανάστευσα στην Αμερική μετά τις σπουδές μου στη Γερμανία. Γι᾽ αυτό σε αυτό το άρθρο μου θα ασχοληθώ κυρίως με τη μετανάστευση στη Βόρειο Αμερική, γιατί έχω και τα δικά μου βιώματα.
Η ιστορία της ελληνικήςμετανάστευσης στην Αμερική, χωρίζεται, σε αδρές γραμμές, σε 6 φάσεις:
· 1880–1924: το μεγάλο κύμα προς τις ΗΠΑ. Εκατοντάδες χιλιάδες –κυρίως άνδρες– περνούν από την πύλη του Ellis Island και απλώνονται σε βιομηχανικές και αγροτικές πολιτείες. Μεταξύ αυτών ήταν και οι δύο αδελφές του πατέρα μου, που μετανάστευσαν από τη Χίο η μία το 1920 και η άλλη το 1924. Καθώς εγώ πήγα το 1964, βρήκα και συναναστράφηκα ανθρώπους αυτής περιόδου. · Μεσοπόλεμος: επιστροφές με μικρά κεφάλαια· αγορά γης, σπιτιών, έναρξη μικρών επιχειρήσεων στην πατρίδα. · Μεταπολεμικά–1960: νέο κύμα για σπουδές και εργασία. Δημιουργία ισχυρών παροικιών στις ανατολικές και μεσοδυτικές πολιτείες. · 1970–1980: εδραίωση μικροϊδιοκτησίας (εστιατόρια, καθαριστήρια, μικρό real estate). Τα παιδιά μπαίνουν στα καλά πανεπιστήμια. · 1990–2000: άνοδος στη μεσαία και ανώτερη μεσαία τάξη. Ενίσχυση επαγγελματικών δικτύων και συμμετοχής στα κοινά. · 2010–σήμερα: «brain drain» αλλά και «brain circulation». Έντονη κινητικότητα νέων επιστημόνων, start-ups, ερευνητικές συνέργειες.
Σκοτεινές πτυχές Μέχρι το 1930 υπολογίζεται ότι περίπου μισό εκατομμύριο συμπατριώτες μας πέρασαν το κατώφλι του Ellis Island. Νεαροί σκληραγωγημένοι άνδρες, στην πλειονότητά τους αγρότες. Στα επίσημα έγγραφα εισδοχής στις ΗΠΑ, κάποιοι εξ αυτών, ιδιαίτερα οι πιο σκουρόχρωμοι, καταγράφηκαν συχνά ως «Ανατολίτες», ακόμα και «Μαύροι». Οι Έλληνες ήταν ένα περίεργο, ακατανόητο υβρίδιο για τους ντόπιους, κάτι ανάμεσα σε μαύρους και λευκούς. Παρέμειναν σε αυτό το φυλετικόμεταίχμιο για δεκαετίες. Οι πρώτοι μετανάστες από τη χώρα μας, αντιμετωπίστηκαν σε πολλές περιπτώσεις ιδιαίτερα εχθρικά από ξενόφοβους και ρατσιστές. Ακόμα και όταν σταμάτησαν να είναι πλανόδιοι πωλητές φρούτων και άνοιξαν τα δικά τους καταστήματα, οι Έλληνες στοχοποιήθηκαν από την Κου Κλουξ Κλαν και χαρακτηρίζονταν συχνά «λιγδιάρηδες» και «ακατάλληλοι» για να γίνουν πραγματικοί Αμερικανοί, μια «εστία μόλυνσης» για τη λευκή κοινωνία.
«Όταν έφτασαν οι Έλληνες μαζικά στην Αμερική από τη δεκαετία του 1890 ήταν μέρος ενός τεράστιου κύματος μετανάστευσης αγροτικών πληθυσμών από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη στις ΗΠΑ», λέει ο Έλληνας ιστορικός της διασποράς ΑλέξανδροςΚιτροέφ, καθηγητής ιστορίας στην Πενσυλβάνια. «Οι μετανάστες απoτέλεσαν ξαφνικά τόσο μεγάλο δημογραφικό μέγεθος που οι ντόπιοι Αμερικανοί βόρειας και δυτικοευρωπαϊκής καταγωγής ανησύχησαν πως θα αλλοιωθεί η αμερικανική κοινωνία. Στις μεγάλες πόλεις ιδίως, οι ξενογεννημένοι ήταν όσοι και οι αμερικανογεννημένοι. Σε αυτό το κλίμα επανιδρύθηκε η ΚουΚουξΚλαν το 1915, με στόχο όχι μόνο τους μαύρους αλλά τους Νότιους Ευρωπαίους, ιδιαίτερα τους Έλληνες και τους Καθολικούς στο δόγμα. «Στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η πτώση στην παραγωγή και η μεγάλη ανεργία φούντωσαν το ξενοφοβικό κίνημα στις ΗΠΑ. Το 1924νομοθετήθηκε δραστική μείωση στην υποδοχή μεταναστών από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, κάτι που έπληξε πολύ την Ελλάδα» τονίζει ο ιστορικός. Το 1922 ιδρύθηκε η ΑΧΕΠΑ (AHEPA) από Έλληνες μαγαζάτορες στην Ατλάντα που προσπαθούσαν να προστατεύσουν τις οικογένειες και τις περιουσίες τους από τις επιθέσεις των ρατσιστών. «Η οργάνωση ήθελε να αποδείξει πως οι Έλληνες μπορούσαν κάλλιστα να αμερικανοποιηθούν διότι ήταν γόνοι του αρχαίου πολιτισμού που δημιούργησε τον δυτικό. Προσπάθησε να πείσει τους Έλληνες να μάθουν καλά αγγλικά και να αποκτήσουν αμερικανική υπηκοότητα, πράγμα που έκαναν κατά χιλιάδες τη δεκαετία του 1920», εξηγεί ο Κιτροέφ. Η εικόνα των Ελλήνων είχε ήδη αλλάξει στις ΗΠΑ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όχι μόνον η ηρωική αντίσταση της μικρής χώρας στους ναζί τούς ανέβασε στα μάτια των Αμερικανών αλλά πολλοί μετανάστες είχαν επωφεληθεί από την ανάπτυξη και είχαν αποκατασταθεί οικονομικά.
«Πάμε για 4–5 χρόνια» – Γιατί οι περισσότεροι έμειναν Η πρώτη γενιά είχε σχέδιο επιστροφής: λίγα χρόνια δουλειάς, αποταμίευση, βοήθεια στην οικογένεια, επιστροφή. Η πραγματικότητα, όμως, το αναίρεσε. Το υψηλότερο επίπεδο ζωής στις ΗΠΑ, η αξιοκρατία σε πολλούς κλάδους, οι επαγγελματικές προοπτικές, κράτησαν τη μεγάλη πλειονότητα εκεί. Κι εγώ έμεινα περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζα – η δικτατορία στην Ελλάδα καθυστερούσε την επιστροφή. Η πολιτική συγκυρία γίνεται συχνά ο αθέατος σκηνοθέτης της ατομικής διαδρομής. Υπήρχαν, βέβαια, και οι εξαιρέσεις: συμπολίτες που δεν συμβιβάστηκαν με τα εξαντλητικά ωράρια, άλλοι που επέστρεψαν για να επενδύσουν σε γη, σπίτια και μικρές επιχειρήσεις. Κάθε ιστορία φωτίζει και μια πλευρά του φάσματος – και όλες μαζί συνθέτουν την ελληνική διασπορά.
Από τα εργοτάξια στις επιχειρήσεις: η σκάλα της ανόδου Οι πρώτες δουλειές ήταν σκληρές και χαμηλά αμειβόμενες: στην κατασκευή των σιδηροδρόμων, των αυτοκινητοδρόμων, σε ορυχεία, σε οικοδομές, σε κουζίνες και εστιατόρια. Όμως η “οικονομίατουμόχθου” απέδωσε: μικρά βήματα, μετρημένα ρίσκα, λίγες αποταμιεύσεις. Πολλές ιστορίες θυμάμαι από αυτούς τους πρώτους μετανάστες στην Αμερική. Απέναντι από το σπίτι μας στη Χίο, έμενε ο ΠαντελήςΜπουγδάνος, που μας έλεγε ότι αφού τους ταλαιπώρησαν πολλές μέρες στο Ellis Island, περιμένοντας με τα λιγοστά μπογαλάκια τους, ήρθε η ώρα της απογραφής. Πέρασε, λοιπόν, και αυτός και μόλις είπε το όνομά του, ο υπάλληλος του απάντησε: από σήμερα λέγεσαι ΠητΜπαν· αυτό το όνομα τον ακολουθούσε και όταν επέστρεψε στο νησί. Ο συγκεκριμένος δεν έμεινε πολλά χρόνια στην Αμερική. Μόλις μάζεψε κάποια λεφτά, γύρισε και αγόρασε πορτοκαλεώνες στον Κάμπο της Χίου, που ήταν τότε πολύ αποδοτικοί. Το ίδιο έκαναν και άλλοι Χιώτες συμπατριώτες μου που αγόρασαν αρχοντικά στον Κάμπο από τους ιδιοκτήτες τους που ήταν ξεπεσμένοι αριστοκράτες. Οι περισσότεροι από τους Έλληνες μετανάστες, μετά από τον πρώτο καιρό που δούλευαν σαν εργάτες, αναπτύχθηκαν. Ο θείος μου αγόραζε παλιά σπίτια, τα επισκεύαζε και τα μεταπωλούσε. Ο άλλος θείος μου ήταν πολύ επιτυχημένος εστιάτορας και είχε 45 υπαλλήλους στα εστιατόριά του. Όταν ήμουν εγώ εκεί, ήρθε κάποιο παιδί από την Ελλάδα, που ήξερε λίγα γράμματα, δούλεψε αρχικά σε ένα καθαριστήριο σαν υπάλληλος και στη συνέχεια αγόρασε δικό του και έκανε αλυσίδα καθαριστηρίων ρούχων σε όλο το Οχάιο. Δύο αδέλφια που γνώρισα στο μέρος που έμενα, ξεκίνησαν από την Πελοπόννησο. Το επώνυμό τους ήταν Τσακόπουλος. Εξελίχθηκαν σε μεγάλους επιχειρηματίες, είχαν κινηματογράφους και άλλα μαγαζιά και οι TsakosBrothers, που ο ένας ήταν τελείως αγράμματος, έγιναν εκατομμυριούχοι και όλη η πόλη μιλούσε γι᾽ αυτούς. Γενικά, όσους Έλληνες γνώρισα στην Αμερική ήταν όλοι ευκατάστατοι. Στη Νέα Υόρκη, πολλοί Ελληνοαμερικανοί επένδυσαν σε κτίρια «μικτής χρήσης»: στο ισόγειο εστιατόριο ή κατάστημα και από πάνω διαμερίσματα, που έμεναν οι ίδιοι και νοίκιαζαν τα υπόλοιπα. Το σταθερό ενοίκιο χρηματοδότησε σπουδές για τα παιδιά στα καλύτερα πανεπιστήμια, που πρόκοψαν και αυτά σε επιστήμες, τέχνες και πολιτική. Ένας από αυτούς, ο πρώτος μου εξάδελφος ΤζωνΚαΐτσης, που είχε εκλεγεί τρεις φορές γερουσιαστής στην πολιτεία της Αριζόνας. Πρόσφατα, που ήμουν στη Νέα Υόρκη, συνάντησα ένα μακρινό εξάδελφό μου, ο οποίος έχει 1.100 διαμερίσματα και ένας άλλος 2.500. Μου είπε «εμείς οι Έλληνες, Βύρωνα, στο real estate έχουμε μεγαλύτερο πορτοφόλι (εννοούσε χαρτοφυλάκιο) από τους Εβραίους. Βρήκαμε μεν αρκετά χρήματα από τους γονείς μας, προκόψαμε, μορφωθήκαμε, αλλά δουλέψαμε κι εμείς “χωρίςρολόι”, όπως οι γονείς μας. Πήγαμε μπροστά, επίσης, γιατί μάθαμε να συνεργαζόμαστε με όλους, από το μικρό συνεταιρισμό του φούρνου μέχρι τις επαγγελματικές ενώσεις των γιατρών, των μηχανικών, των επιστημόνων».
Η δεύτερη γενιά: από την κουζίνα στην έδρα Η άνοδος της δεύτερης γενιάς “πάτησε” σε τρία θεμέλια: · Μικρό ιδιόκτητο κεφάλαιο (σπίτι, μαγαζί, λίγα ακίνητα) που πρόσφερε σταθερότητα. · Ισχυρή οικογενειακή επένδυση στη μόρφωση. Οι Ελληνοαμερικανοί κατάφεραν να κάνουν σταδιακά και σταθερά τη μετάβαση προς τη «λευκότητα», χάρις στην τεράστια επένδυση στη μόρφωση των παιδιών τους. Κατά τον ΤσαρλςΜόσκος, τον πρώτο καταγραφέα της οδύσσειας των Ελλήνων στις ΗΠΑ, αυτός ήταν ο καθοριστικότερος παράγοντας, ο καταλύτης της κοινωνικής ανέλιξης των συμπατριωτών μας. Το «να πας στο πανεπιστήμιο» δεν ήταν ευχή· ήταν σχέδιο. · Δίκτυα αλληλεγγύης. Η μετανάστευση είναι και καθημερινότητα: Πολιτιστικοί σύλλογοι, γιορτές, κουζίνα, φιλανθρωπικές οργανώσεις, ενορίες και κατηχητικά σχολεία. Θυμάμαι από τα χρόνια που ζούσα εκεί ότι υπήρχε αλληλεγγύη, κανείς δεν ήταν μόνος όταν ερχόταν στον ξένο τόπο. Παράλληλα, αυτό που συχνά αποκαλούμε «GreekLobby» δεν είναι ένας μηχανισμός αλλά ένα πλέγμα ανθρώπων και θεσμών που ενημερώνουν, χτίζουν γέφυρες και βοηθούν. Με αυτή την έννοια, η ομογένεια δεν είναι απόδραση από την Ελλάδα· είναι προέκτασή της σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα αποφάσεων του κόσμου.
Από το «brain drain» στο «brain circulation» Κάθε νέος επιστήμονας που φεύγει είναι απώλεια. Αλλά μπορεί να γίνει και δίαυλος: μέντορας για νεότερους στην Ελλάδα, συνεργάτης σε ερευνητικά προγράμματα, επενδυτής σε νεοφυείς επιχειρήσεις, γέφυρα πανεπιστημίων. Το ζητούμενο δεν είναι να κλείσουμε τις πόρτες, αλλά να κρατήσουμε ζωντανούς τους δεσμούς και ανοιχτές τις διαδρομές επιστροφής – πραγματικής ή συμβολικής. Η κυκλοφορία γνώσης και ανθρώπων είναι το νέο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Το δίκοπο μαχαίρι μιας αναγκαιότητας Σήμερα στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, το δημογραφικό πρόβλημα βαθαίνει: η μείωση των γεννήσεων και η αύξηση του προσδόκιμου ζωής δημιουργεί την ανάγκη για εργατικά χέρια. Στον τόπο μας, και ειδικά στα νησιά του Αιγαίου, τα τελευταία χρόνια, οι αφίξεις ξένων αυξήθηκαν. Στη Χίο έζησα από κοντά την πρώτη φάση: ο αυθόρμητος ανθρωπισμός, οι σακούλες με ρούχα και τρόφιμα, τα τηλέφωνα που άναβαν για να βοηθήσουμε τους θαλασσοπνιγμένους που κατέφθαναν. Αργότερα ήρθε η κόπωση. Ένα δυσάρεστο περιστατικό –η κλοπή και η σφαγή οικόσιτων ζώων ενός ηλικιωμένου– έδειξε πόσο εύθραυστο γίνεται το κλίμα όταν οι δομές υποδοχής δεν επαρκούν. Δεν είναι λόγος για γενικεύσεις· είναι προειδοποίηση ότι χωρίς οργάνωση, κανόνες και ασφάλεια για όλους, καμία καλή πρόθεση δεν αντέχει στον χρόνο. Οργανωμένοι χώροι υποδοχής, δίκαιες και γρήγορες διαδικασίες, στήριξη των τοπικών κοινωνιών πρώτης γραμμής, που σηκώνουν δυσανάλογο βάρος, θα βοηθήσουν τον ανθρωπισμό να γίνει πολιτική και την πολιτική ανθρώπινη.
Ερωτήσεις που μένουν ανοιχτές · Πώς διατηρούμε την ελληνικήγλώσσα στις επόμενες γενιές χωρίς να τη μετατρέπουμε σε «στοιχείο ενοχής» για τα παιδιά; · Πώς ενισχύουμε την επιστροφήταλέντων χωρίς να επιδοτούμε απλώς προσωρινές κινήσεις; · Πώς διασφαλίζουμε ότι οι τοπικέςκοινωνίες πρώτης γραμμής δεν θα αισθανθούν «μόνες» στην πίεση των αφίξεων; Οι απαντήσεις δεν μπορεί είναι θεωρητικές αλλά πρακτικές και κοστολογημένες.
Συμπερασματικά, η μετανάστευση δεν είναι απλώς μια στατιστική καμπύλη. Είναι πρόσωπα, σκληρή δουλειά, αβεβαιότητα, μοναξιά, ρίσκα, επιτυχίες. Αν γυρίσω πίσω, δεν βλέπω αριθμούς· βλέπω πρόσωπα. Εργάτες με ροζιασμένα χέρια, μικρομαγαζάτορες, φοιτητές και ερευνητές σε εργαστήρια, ιερείς που ευλογούν διπλές πατρίδες. Η ελληνική μετανάστευση στη Βόρεια Αμερική είναι ιστορίαεπιμονής και δημιουργίας. Δεν σημαίνει εγκατάλειψη· σημαίνει όραμα. Δεν σημαίνει αφομοίωση χωρίς μνήμη· σημαίνει ενσωμάτωση με ταυτότητα. Το στοίχημα σήμερα είναι διπλό: να κρατήσουμε τον ορίζοντα ανοιχτό και να φροντίσουμε το έδαφος που πατάμε. Με ρεαλισμό και γενναιοδωρία. Γιατί, όπως έμαθα στη διαδρομή, η μετανάστευση είναι μια διαρκής πρόταση ζωής: να μη φοβάσαι να πας μπροστά, χωρίς να ξεχνάς από πού ξεκινάς.