Είναι μια ερώτηση που με απασχολεί χρόνια. Ένα από τα πρώτα μου άρθρα, που έγραψα στο Μόναχο όπου σπούδαζα, το 1958, ήταν πάνω σε αυτό το θέμα. Τότε, η διαφορά στις σχέσεις ανδρών και γυναικών στην Ελλάδα και τη Γερμανία μού φαινόταν τεράστια.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Γερμανία βυθίστηκε σε μια περίοδο ακραίας φτώχειας και κοινωνικής αναταραχής. Παρ’ όλα αυτά, στις ανθρώπινες σχέσεις υπήρχε μια αξιοσημείωτη ελευθερία και μια καθημερινή «κανονικότητα» που για εμάς τους Έλληνες έμοιαζε σχεδόν εξωπραγματική. Οι κοπέλες ήταν ελεύθερες να φέρνουν τους φίλους τους στο σπίτι τους, να τους γνωρίζουν στην οικογένειά τους και να μένουν μαζί τους στα δωμάτιά τους.Θυμάμαι έναν συμφοιτητή μας, τον Μιλτιάδη, Βλάχο στην καταγωγή, γιο πλούσιου τσιφλικά. Γνώρισε μια κοπέλα από ένα βαυαρικό χωριό, εύπορη κι αυτή, που τον κάλεσε στο σπίτι της. Όσο ήταν οι δυο τους στο δωμάτιό της, ο αδελφός της κοπέλας πήγε να μπει χωρίς να χτυπήσει, τους είδε στο κρεβάτι, τράβηξε την πόρτα πίσω του, λέγοντας «συγγνώμη», χωρίς καμία άλλη αντίδραση. Μας έλεγε ο Μιλτιάδης «ε, ρε και να γινότανε αυτό στο χωριό μου, θα καλούσε ο αδελφός παπά να έρθει, είτε για να μας παντρέψει, είτε για να με θάψει». Στο τέλος αυτή την κοπέλα την παντρεύτηκε, όμως αυτό δεν αλλάζει κάτι από τα προηγούμενα.
Την ίδια εποχή, στη Χίο, μια πρώτη εξαδέλφη μου είχε αρραβωνιαστεί και, επειδή δεν είχε αδελφό, ο θείος μου επέμενε να πηγαίνω κι εγώ μαζί με το ζευγάρι στις εξόδους τους. Όχι για συντροφιά, αλλά «για να μη συμβεί τίποτα» και «για να μη δίνουν δικαιώματα». Τις πρώτες φορές ήμουν συνέχεια μαζί τους. Μετά, ξεκινούσαμε όλοι μαζί, στον δρόμο χωρίζαμε, εγώ πήγαινα μόνος μου σινεμά, κι έπειτα γυρίζαμε πάλι όλοι μαζί στο σπίτι, ώστε να φαίνεται πως όλα ήταν «καθώς πρέπει». Στο νησί τα ήθη ήταν αυστηρά. Οι γυναίκες κολυμπούσαν με μισοφόρια και συνήθως χωριστά από τους άνδρες. Κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, υπήρχαν μικρές «επαναστάσεις». Τρεις κόρες γιατρού, για να σπάσουν το κατεστημένο, πήγαιναν σε απόμερες παραλίες και έκαναν μπάνιο γυμνές. Το παράδοξο; Παρά το κουτσομπολιό, παντρεύτηκαν και οι τρεις τα καλύτερα παιδιά της Χίου.
Αφορμή να ξαναπιάσω το θέμα μού έδωσε πρόσφατα ένα κείμενο του Economist, όπου διάβασα τη γνωστή θέση ότι «άνδρες και γυναίκες δεν μπορούν να είναι φίλοι, γιατί το κομμάτι του σεξ πάντα μπαίνει στη μέση». Την ίδια «ζοφερή» άποψη την έκανε διάσημη και η ταινία «Όταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι» (1989). Και πράγματι, σε αρκετά μέρη του κόσμου, ακόμη και στη Δύση, η άνετη σχέση μεταξύ των φύλων δεν θεωρείται αυτονόητη. Τελικά, δεν υπάρχει μία απάντηση που να ισχύει παντού. Τα ήθη, η εργασία των γυναικών και η παιδεία μιας κοινωνίας καθορίζουν πόσο φυσική γίνεται αυτή η φιλία. Δεν θα ωραιοποιήσω την πραγματικότητα: η έλξη είναι ανθρώπινη. Μπορεί κάποτε να εμφανιστεί ακόμα και μέσα σε μια φιλία. Όμως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει μια στιγμή έλξης, αλλά τι κάνουμε μ’ αυτή. Όσοι επιμένουν ότι «η φύση δεν επιτρέπει την καθαρή φιλία», συχνά ομολογούν κάτι άλλο: ότι δεν εμπιστεύονται τον εαυτό τους ή την κοινωνία τους. Η ώριμη απάντηση δεν είναι η απομόνωση. Είναι ο αυτοέλεγχος, ο σεβασμός, η σαφήνεια των ρόλων και –πάνω απ’ όλα– η αναγνώριση ότι ο άλλος δεν είναι «πειρασμός», αλλά πρόσωπο.
Στην πράξη, η φιλία μεταξύ ανδρών και γυναικών λειτουργεί σαν τεστ ωριμότητας. Αν για να «προστατευτεί» μια κοινωνία, πρέπει να απαγορεύσει τον καφέ, τη συζήτηση, τη φιλία ανάμεσα στα φύλα, τότε δεν προστατεύει την ηθική της∙ εκθέτει την ανασφάλειά της.
Στον επαγγελματικό χώρο το θέμα γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο. Μπορεί ένας άνδρας να συνεργαστεί στενά με μια γυναίκα, να την εμπιστευτεί σε θέση ευθύνης, να ακούσει τη γνώμη της, να διαφωνήσει, να της πει «έχεις δίκιο», χωρίς να μπερδευτεί τίποτα άλλο; Μπορεί μια γυναίκα να έχει άνδρα μέντορα ή συνοδοιπόρο χωρίς να χρειάζεται να προλάβει τα σχόλια; Αν η απάντηση είναι «όχι», τότε χάνουμε όλοι: χάνουμε ταλέντα, χάνουμε ιδέες, χάνουμε τη μισή αγορά, τη μισή ευφυΐα, τη μισή εμπειρία ζωής.
Ένας άνδρας που έχει πραγματικές φιλίες με γυναίκες δεν ξαφνιάζεται όταν μια γυναίκα είναι έξυπνη. Δεν προσβάλλεται όταν μια γυναίκα διαφωνεί. Δεν σεξουαλικοποιεί κάθε ανθρώπινη επαφή. Έχει μάθει να βλέπει απέναντί του άνθρωπο και όχι «ρόλο». Και αυτό κάνει τη συνεργασία πιο καθαρή, τη συνύπαρξη πιο ήρεμη και την κοινωνία πιο δίκαιη. Βλέπω τις νεότερες γενιές να κινούνται σε έναν πολύ πιο μικτό κόσμο: κοινά πανεπιστήμια, projects, ομάδες, ταξίδια, startups. Εκεί η φιλία ανάμεσα στα φύλα είναι συχνά αυτονόητη. Μακάρι οι νέοι να την προστατεύσουν από το καχύποπτο βλέμμα της παλιάς νοοτροπίας και από το κουτσομπολιό που κλέβει ανθρώπους και ευκαιρίες. Εντέλει, πιστεύω ότι η ερώτηση «μπορούν άνδρες και γυναίκες να είναι απλώς φίλοι;» είναι στην πραγματικότητα μια ερώτηση για τον πολιτισμό μας: έχουμε μάθει να σεβόμαστε ο ένας τον άλλο; Έχουμε κουλτούρα αυτοσεβασμού; Μεγαλώνουμε γιους που βλέπουν τις γυναίκες ως ισότιμες; Μεγαλώνουμε κόρες που στέκονται δίπλα σε άνδρες χωρίς φόβο και ενοχές; Στο τέλος της ημέρας, η φιλία ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα δεν είναι «επικίνδυνη ιδέα». Είναι ένδειξη προόδου, εμπιστοσύνης και ισότητας. Όσο πληθαίνουν τέτοιοι δεσμοί, τόσο πιο φτωχή ακούγεται η παλιά φράση: «Δεν μπορούν να είναι απλώς φίλοι». Μπορούν. Και ίσως από εκεί να αρχίζει η πραγματική ισότητα.