Παλαιότερα, όταν έβλεπα έναν άνθρωπο με μπαστούνι, το μυαλό μου πήγαινε κατευθείαν στα γηρατειά. Σήμερα, όσο περνούν τα χρόνια και όσο περισσότερα ζω και παρατηρώ, αναθεωρώ την αρχική μου άποψη.
Ένα πρόσφατο πέσιμο μιας συνεργάτιδάς μου στο δρόμο, ευτυχώς χωρίς δυσάρεστες συνέπειες, μου έδωσε αφορμή να σκεφτώ και πάλι ότι το μπαστούνι δεν είναι σύμβολο παραίτησης, αλλά πρόνοιας, ευφυΐας και σεβασμού προς τη ζωή. Η βακτηρία ή μπαστούνι είναι ένα τρίτο σημείο στήριξης. Όπως στο καράβι, όταν έχει καιρό, δεν στηρίζεσαι μόνο στα πόδια σου, αλλά πιάνεσαι κι από το ρέλι, από το κατάρτι, από ό,τι σου δίνει ασφάλεια, έτσι και στη στεριά, μετά από μια ηλικία, ο άνθρωπος χρειάζεται ένα «ρέλι» για να περπατήσει με σιγουριά.
Το έμαθα πρώτα στην ορειβασία. Εκεί δεν μας έδωσαν τα δύο μπαστούνια για αναμνηστικό δώρο. Μας τα έδωσαν γιατί σε ανηφόρες, κατηφόρες, πέτρες και μονοπάτια, το σώμα χρειάζεται περισσότερη πληροφόρηση. Το μπαστούνι δεν στηρίζει μόνο το σώμα. Στέλνει συνεχώς μήνυμα στον εγκέφαλο: «Είσαι ασφαλής, έχεις επαφή με το έδαφος, προχώρα». Μετά τα 70, η ισορροπία δεν είναι η ίδια. Το σύστημα που έχουμε μέσα στο αυτί, με τα μικρά κανάλια και το υγρό που βοηθούν τον εγκέφαλο να καταλαβαίνει τη θέση του σώματος, δεν λειτουργεί πάντα με την ίδια ακρίβεια. Οι αισθητήρες χάνουν ευαισθησία, τα μηνύματα αργούν, το σώμα αντιδρά πιο αργά. Γι’ αυτό πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ξαφνικά σαν να είναι λίγο μεθυσμένοι, χωρίς να έχουν πιει ούτε σταγόνα.
Υπάρχει ένας απλός τρόπος να το καταλάβει κανείς. Σταθείτε όρθιοι, κλείστε τα μάτια και δείτε αν μπορείτε να μείνετε ακίνητοι δέκα δευτερόλεπτα. Δεν είναι παιχνίδι είναι ένα καμπανάκι. Όταν κλείνουμε τα μάτια, αφαιρούμε από τον εγκέφαλο ένα μεγάλο βοήθημα, την όραση. Τότε φαίνεται πόσο καλά συνεργάζονται αυτί, νεύρα, μύες και εγκέφαλος.
Επίσης, ο εγκέφαλος δεν υπολογίζει πάντα σωστά το ύψος ενός σκαλοπατιού ή το βάθος μιας λακκούβας. Ένα εκατοστό λάθος μπορεί να γίνει αιτία για ένα κάταγμα και ένα κάταγμα στα 30 είναι ενόχληση· στα 80 μπορεί να είναι σταθμός ζωής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πτώσεις στην τρίτη ηλικία θεωρούνται από τα σοβαρότερα προβλήματα υγείας. Μία πτώση μπορεί να στερήσει από κάποιον, τουλάχιστον,την κινητικότητά του.
Το πρόβλημα είναι ότι οι περισσότεροι δεν φοβούνται την πτώση όσο φοβούνται την εικόνα του μπαστουνιού. Ιδίως οι άνδρες που το θεωρούν προσβολή στον εγωισμό τους. Οι γυναίκες, ακόμη περισσότερο. «Δεν είμαι γριά», μου είπε η συνεργάτις μου. Το έλεγε και η μητέρα μου, που στα 90 της δεν ήθελε μπαστούνι και τελικά πέθανε από πτώση. Γι’ αυτό, το θέμα για μένα δεν είναι θεωρία, είναι προσωπική πικρή εμπειρία.
Χρησιμοποιώ μπαστούνι από τα 50 μου, όχι επειδή ήμουν γέρος, αλλά επειδή δεν ήμουν ανόητος. Σε ανώμαλους δρόμους, πεζοδρόμια, λακκούβες, σκαλοπάτια, βρεγμένες πλάκες, το μπαστούνι είναι προειδοποιητικό ραντάρ. Πριν πατήσει το πόδι, πατάει εκείνο. Μετράει το ύψος, το βάθος, τη σταθερότητα. Είναι ο ανιχνευτής μας.
Το μπαστούνι, λοιπόν, δεν σημαίνει «παραιτήθηκα». Σημαίνει «θέλω να συνεχίσω». Θέλω να περπατώ, να βγαίνω, να πηγαίνω στη θάλασσα, στην αγορά, στο γυμναστήριο, στους φίλους μου. Θέλω να είμαι όρθιος και για να μείνω όρθιος, παίρνω μαζί μου έναν σύμμαχο.
Είναι ανάγκη να αλλάξουμε τη νοοτροπία. Να σκεφτούμε ότι όπως φοράμε γυαλιά για να βλέπουμε καλύτερα, όπως βάζουμε ακουστικό για να ακούμε καλύτερα, έτσι μπορούμε να κρατάμε μπαστούνι για να περπατάμε καλύτερα. Κανείς δεν λέει «ντρέπομαι που φοράω γυαλιά», γιατί λοιπόν να ντρέπεται για το μπαστούνι;
Το μπαστούνι δεν μας γερνάει. Μας προστατεύει για να συνεχίσουμε να ζούμε νέοι. Τα πραγματικά γηρατειά δεν είναι το μπαστούνι· είναι ο καναπές, ο φόβος, η ακινησία και ο εγωισμός που δεν μας αφήνει να βοηθήσουμε τον εαυτό μας.
Ποτέ δεν είναι αργά να μάθουμε. Όπως έγραψα κάποτε για τη γυμναστική, ο άνθρωπος μπορεί να αρχίσει στα 40, στα 60, στα 70, ακόμη και στα 80. Το ίδιο ισχύει και για το μπαστούνι. Δεν είναι το τέλος της διαδρομής, αλλά το εργαλείο για να συνεχιστεί το ταξίδι.
Και επειδή θεωρώ τον εαυτό μου άνθρωπο της θάλασσας, θα το πω ναυτικά: Όταν ο καιρός αγριεύει, ο καλός καπετάνιος δεν ντρέπεται να ρίξει δεύτερη άγκυρα. Το μπαστούνι είναι αυτή η δεύτερη άγκυρα. Δεν μας κρατά καθηλωμένους, μας κρατά όρθιους.
Υπάρχει ένα ακόμη πλεονέκτημα του μπαστουνιού, που δεν είναι καθόλου ιατρικό, αλλά μάλλον κοινωνιολογικό και ανθρώπινο. Όταν κρατώ το μπαστούνι, ο κόσμος με προσέχει περισσότερο. Οι οδηγοί σταματούν πιο εύκολα, οι περαστικοί κάνουν λίγο χώρο, και γενικώς αποκτώ μια μικρή «ασυλία ηλικίας». Εκεί που περπατώ και βλέπω κοπέλες με τα σκυλάκια τους, μπορώ να πω και κανένα αθώο καλαμπούρι χωρίς να παρεξηγηθώ. Το μπαστούνι, τελικά, δεν είναι μόνο στήριγμα ισορροπίας· είναι και διαβατήριο κοινωνικής επιείκειας.
Εν τέλει, το μπαστούνι δεν είναι ήττα. Είναι σοφία, αξιοπρέπεια,πρόληψη. Είναι η μικρή ξύλινη ή μεταλλική γραμμή που μπορεί να χωρίζει μια καλή ζωή από μια άτυχη πτώση και αν κάποιος σας πει «μα πήρες μπαστούνι;», απαντήστε του χαμογελώντας: «Όχι, φίλε μου. Πήρα τρίτο πόδι για να συνεχίσω να περπατώ στα δύο».